Το Παιδί που Μοίραζε Ταμπέλες

Τα γέλια τους ακούγονταν δυνατά, πάνω από τον ήχο της μουσικής που έπαιζε στο γεμάτο μαγαζί. Στο τραπέζι τους ήταν ακουμπισμένα δύο μπουκάλια vodka και αρκετά σφηνοπότηρα για όλους τους.

Γελούσαν και συζητούσαν, εμφανώς πια μεθυσμένοι και οι εφτά τους. Όλοι ήξεραν ποιοι και τι ήταν σε εκείνη τη μικρή πόλη. Τα παιδιά των πιο πλούσιων οικογενειών και αυτοί που κάθε άλλο παιδί θα ήθελε να κάνει παρέα μαζί τους.

Κανονικά ήταν έξι. Ο Μιχάλης, ο Αντώνης, ο Θωμάς, η Λίζα, η Μαρία και η Ελένη. Το έβδομο άτομο ήταν εκείνο το αγόρι που εμφανίστηκε στην πόλη μερικές μέρες νωρίτερα και κανένας δεν είχε ξαναδεί.

“Πανέμορφος μα υπερβολικός.” “Θα έπρεπε να ντρέπεται έτσι όπως κυκλοφορεί.” “Ευγενέστατος και πανέξυπνος.” “Απλά θέλει να προκαλεί.” Αυτά ήταν κάποια από όσα έλεγαν οι ντόπιοι για αυτόν. Και φυσικά ήταν αρκετά για να κινήσουν την περιέργεια των παιδιών.

Κι έτσι όταν τον είδαν να μπαίνει στο μαγαζί δεν έχασαν καιρό. Η Λίζα, η πιο παχουλή της παρέας, γνωστή ως η διαρκώς χαρούμενη της παρέας, τον προσκάλεσε στο τραπέζι τους. Η κουβέντα ξεκίνησε αμέσως με το αγόρι να απαντά με αποστομωτική ειλικρίνεια σε όλες τις ερωτήσεις των παιδιών, ενώ οι κινήσεις του ήταν προσεγμένες και λεπτεπίλεπτες. Όλοι είχαν κάτι να τον ρωτήσουν εκτός από το Θωμά, τον μικρότερο αδερφό του Μιχάλη (που ήταν άκρως αντίθετοι στα πάντα) που απλά έγραφε σε ένα τετράδιο.

“Οπότε τι κάνεις εσύ..? Εννοώ στη ζωή σου..?” ρώτησε η Μαρία, η πιο προκλητική της παρέας και το επίκεντρο των κοριτσιών.

“Τίποτα το ιδιαίτερο.. Τριγυρνάω θα έλεγε κανείς.” απάντησε με τη ψυχρή φωνή του.

“Πηγαίνεις σχολείο..? Σπουδάζεις..?” ρώτησε η Ελένη, μια κοπέλα με ένα περίεργο ψιλό-goth στυλ.

“Μπα δεν θα το έλεγα.” είπε ενώ η φωνή του παρέμενε το ίδιο ψυχρή λες και τα πάντα τον άφηναν αδιάφορο και άναψε ένα τσιγάρο.

Κοίταξε τον Μιχάλη, ο οποίος ήταν εμφανώς εκνευρισμένος και του χαμογέλασε. Το χαμόγελο άφηνε να εννοηθούν πολλά.

“Τώρα άσχετο αλλά ρε φίλε να σε ρωτήσω κάτι…?” είπε ο Μιχάλης με τον γνωστό τσαμπουκά του. “Γουστάρεις αγόρια έτσι δεν είναι..?”

Το αγόρι γέλασε δυνατά μα το γέλιο του ήταν ψεύτικο, ένας τρόπος για να δείξει στον Μιχάλη πως τον κοροϊδεύει. Ο Αντώνης, το “κακό παιδί” εκείνης της πόλης κάτι πήγε να πει αλλά το αγόρι ήδη απάντησε.

“Ατύχησες γλυκέ μου αλλά gay δεν είμαι.”

Ο Θωμάς είχε πλέον σηκώσει το κεφάλι του και τον κοίταζε με περιέργεια.

“Μα τα μαλλιά σου, το ντύσιμο σου και η συμπεριφορά σου δεν σε κάνουν να μοιάζεις τόσο με straight.” είπε ο Μιχάλης.

“Και πως θα έπρεπε να συμπεριφέρομαι..? Σαν εσένα..? Τότε θα ήμουν αρκετά “straight”..? Hah. Δεν το αρνούμαι, η συντροφιά ενός άντρα μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευχάριστη. Μα gay δεν είμαι. Ούτε bi. Αρνούμαι να κρεμάσω μια ταμπέλα όταν ξέρω το πόσο ελλιπής θα είναι για να με ορίσει.” είπε.

“Μα δεν ρωτάει με κακία. Αλλά για να ξέρει. Πως θα μπορούσες εσύ να ξέρεις αν θα την πέσεις σε κάποιον αν δεν ξέρεις αν είναι gay..?” σχολίασε η Ελένη.

“Hah. Απλά γλυκιά μου. Αν κάποιος μ’αρέσει του δίνω να το καταλάβει. Από εκεί και πέρα αν του αρέσω έρχεται εκείνος. Δεν νομίζω να παίζει ρόλο η σεξουαλικότητα του. Αν ενδιαφέρεται, ενδιαφέρεται. That’s all.” απάντησε το παιδί. “Nevertheless, τι λέτε για ένα παιχνίδι..?”

Τα παιδιά συμφώνησαν και το αγόρι πήρε ένα χαρτί από το τετράδιο του Θωμά και αφού το έσκισε σε έξι κομμάτια και τα δίπλωσε, έγραψε κάτι πάνω τους και από μέσα και από έξω. Στη συνέχεια τα μοίρασε λέγοντας ο καθένας να κρατήσει το χαρτί του μπροστά του και έβαλε την Ελένη να τα διαβάσει.

“Νταής” έγραφε του Μιχάλη.

“Πρεζάκι” του Αντώνη.

“Φυτό” του Θωμά.

“Τσούλα” της Μαρίας.

“Χοντρή” της Λίζα.

“Φρικιό” της Ελένης.

“Πουστάρα” το δικό του.

Τα παιδιά προφανώς και παρεξηγήθηκαν με αυτό. Ο Αντώνης φώναξε δυνατά κάτι αλλά το αγόρι δεν έδειξε να νοιάζεται.

“Αυτές είναι οι ταμπέλες που το πιθανότερο είναι να σας κρεμάσουν όταν φύγετε από αυτή την πόλη και πάτε κάπου που δεν θα ξέρουν το ποιοι είστε. Και οι ίδιοι μεταξύ σας τις έχετε αυτές τις ταμπέλες ώστε να ορίζετε ο ένας τον άλλον. Άσχημες, δεν είναι..? Είναι αρκετές για να πει κανείς ότι γνωρίζοντας αυτές, γνωρίζει και εσάς..? Δεν θα το έλεγα. Όποτε θα πρότεινα να γυρίσετε το χαρτί από την άλλη για να δείτε την ταμπέλα που σας βάζω εγώ.” είπε.

Τα παιδιά το έκαναν και έμειναν λίγο να κοιτάζουν το ένα το άλλο. Το αγόρι σηκώθηκε και άναψε ένα ακόμα τσιγάρο.

“Και τώρα ξέρω πως πια δεν μπορείτε να πείτε πως ξέρετε ο ένας τον άλλον. Μα μήπως μπορείτε να δείτε την ομορφιά που κρύβεται στο άπειρο που αφήνει ανοιχτό η δική μου επιλογή ταμπέλας..?

Γιατί μπορεί να μην καταλαβαίνω κανέναν και τίποτα άλλα τουλάχιστον μπορώ να αφήσω το περιθώριο στον άλλο να ανοιχτεί και να απλωθεί στον χώρο. Και έτσι ξαφνικά.. Ο κόσμος γίνεται τόσο όμορφος.”

Τελειώνοντας γύρισε από την άλλη και έφυγε, αφήνοντας τα παιδιά να κοιτούν ο ένας τον άλλον κρατώντας στο χέρι τους την ταμπέλα που τους ταίριαζε περισσότερο..

ΆΝΘΡΩΠΟΣ.

xoxo,
FlyffyUnicorn

P.S.: Κάπου εδώ να πω, πως δεν θεωρώ πως οι ταμπέλες είναι ένας “διαβολικός” τρόπος που έχουν οι χείριστοι των ανθρώπων για να σε μειώσουν. Οι ταμπέλες φτιάχνονται από την ανάγκη μας να καταλάβουμε κάποιον, να προσπαθήσουμε να τον ορίσουμε ή να τον ξεχωρίσουμε από εμάς. Μα μάλλον πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως δεν χρειάζεται να καταλάβεις κάποιον απόλυτα για να τον αγαπήσεις ή για να τον μισήσεις. Και κυρίως δεν χρειάζεται να καταλάβεις ή να ορίσεις τον εαυτό σου για να ζήσεις και να κάνεις όσα επιθυμείς..

Advertisements

One response to “Το Παιδί που Μοίραζε Ταμπέλες”

  1. Ilektra Art says :

    finally!!!!!!::PP

Speak up your mind ;)

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: