Archive | 2012 RSS for this section

Η Ιστορία ενός Νεκρού Παιδιού..

Δευτέρα βράδυ, 20:38.

Κάθομαι μόνος μου στο δωμάτιο μου. Τα φώτα σβηστά, στο χώρο επικρατεί στο σκοτάδι. Μόνο το φως του καινούργιου μου laptop που υπάρχει στο δωμάτιο να φωτίζει το κουρασμένο μου πρόσωπο. Δεν έχω κοιταχτεί στο καθρέφτη αλλά είμαι σίγουρος πως η όψη μου θα τρόμαζε όποιον την έβλεπε. Μια φωνή ακούγεται δυνατά έξω από τους τοίχους του δωματίου μου. Την αγνοώ. Δεν ξανακούγεται.

Μοιάζει τόσο περίεργο, σκέφτομαι. Πάλι εδώ, στο ίδιο μουντό, αδιάφορο, μισητό μέρος. Και γιατί άραγε..? Γιατί κατέληξα πίσω, εδώ, σε αυτό το άχρωμο – ανέγγιχτο δωμάτιο..? Πίσω σε αυτήν την αίσθηση των τοίχων που κλείνουν βασανιστικά προς το μέρος μου, απειλώντας να με συνθλίψουν. Σε αυτή την αίσθηση πως κάποιος, κάτι – οτιδήποτε – παλεύει να με πνίξει ενώ εγώ συνεχίζω να παλεύω για μια ακόμη ανάσα, μια ακόμη απεγνωσμένη μάχη σε ένα ατελείωτο και ανελέητο πόλεμο.

Στο ίδιο ακριβώς δωμάτιο που πάντα ένιωθα νεκρός. Ποτέ μου δεν έζησα εδώ μέσα, αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Εδώ μέσα ξέσπασα, πόνεσα, έχυσα τα δάκρυα μου και έδωσα ξανά στον εαυτό μου δύναμη. Ξέρεις, για να ετοιμαστώ ξανά, να βγω ξανά, για το επόμενο party, το επόμενο ποτό, τον επόμενο χορό, το επόμενο άσκοπο πήδημα. Ένα μέρος που απλά θα γιάτρευα τις πληγές, τις “ρωγμές” της αστραφτερής εικόνας του προσωπείου μου. Και σε αυτό το μέρος παγιδεύτηκα. Κάπου εδώ μέσα, το ξέρω καλά, είναι πεταμένο αυτό που κάποτε κρυβόταν πίσω από το προσωπείο. Δεν το θυμάμαι καλά πια. Δεν έχει καν σημασία πια. Με τρομάζει που ξεχνώ την εικόνα του όμως.

Καθισμένος στην καρέκλα μου, γράφω. Θα έπρεπε να ετοιμαστώ ξανά, να βάλω ξανά αυτή τη τόσο μισητή μάσκα στο πρόσωπο μου και να ετοιμαστώ για τον ίδιο σιχαμερό ρόλο. Μα τα μαλλιά μου ακόμα βρεγμένα στάζουν στο παρόμοια μουσκεμένο μου σώμα και εγώ δεν αντέχω. Θέλω απλά να ενδώσω στη μιζέρια μου, να μείνω εδώ, όπως είμαι, μέχρι να ξεχαστώ.

Η φωνή ξανακούγεται, πιο δυνατά αυτή τη φορά, πιο νευριασμένη. Στον ήχο της εντοπίζω ένα ίχνος απογοήτευσης. Με τρυπά στο άκουσμα του, ανοίγοντας ξανά πληγές που ήλπιζα πως είχα κλείσει. Μα όχι. Αφού εξάλλου είμαι πάλι εδώ.

Καταραμένα, καταραμένα, καταραμένα. Καταραμένα Χριστούγεννα, με τους ηλίθιους στολισμούς, τα ψεύτικα χαμόγελα, τα οικογενειακά τραπέζια. Και για ακόμη μια φορά θα είναι το ίδιο τραπέζι. Ένα οικογενειακό τραπέζι με ένα νεκρό παιδί. Γιατί αυτό είμαι. Γιατί ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνουν, εγώ έχω ήδη πεθάνει. Με σκότωσαν αυτοί, οι ίδιοι που ισχυρίστηκαν πως με αγαπούσαν όσο τίποτα άλλο.

Μα θα είμαι εκεί. Τέλειος, λαμπερός εξωτερικά όπως πάντα. Μα θρύψαλα θα κρύβονται από κάτω όπως κάθε άλλη φορά. Και αυτοί θα είναι εκεί. Θα είναι εκεί, παίζοντας τους ίδιους ρόλους όπως συνήθως. Όλα καλά, ρόδινα, σε απόλυτη αρμονία και λειτουργία. Στηρίζοντας μια ψευδαίσθηση που από τις τόσες φορές που ειπώθηκε και τυλίχτηκε σαν πέπλο γύρω από την πραγματικότητα, μπλέχτηκε με αυτήν, θολώνοντας και σβήνοντας για πάντα  τα όρια που τις διαχώριζαν.

Και ξέρω καλά, η απογοήτευση θα είναι εκεί όπως κάθε άλλοτε. Στα βλέμματα, στα λόγια, στις κινήσεις. Όλα τα γιατί, τα πως, τα “θα μπορούσες καλύτερα”, τα “εσύ είσαι για πιο ψηλά από αυτό”. Και τα όνειρα μου..? Αυτά που τόλμησα να κάνω εγώ, για μένα τον ίδιο..? Μα είναι ασήμαντα βέβαια. Πάντα ήταν. Πως γίνεται να κάνω όνειρα, δεν ξέρω, δεν έχω δει τη ζωή ακόμα.

“Μα την έχω δει” θέλω να ουρλιάξω, “Την έχω δει, την έχω ζήσει, ίσως πιο πολύ από εσάς, την έχω δει να σβήνει ακόμα, να καίγεται στα μάτια μου μπροστά”.

Μα δεν θα το κάνω ούτε τώρα. Απλά θα χαμογελάσω ξανά. Θα παίξω τον ρόλο που έγραψαν, καρφώνοντας ένα μαχαίρι ακόμα στον εαυτό μου. Θα χαμογελάσω κυνικά, ειρωνικά, μέσα μου παρακαλώντας κρυφά για τη στιγμή που αυτό το προσωπείο δεν θα το έχω πια ανάγκη. Τότε που θα έχω σπάσει τους τοίχους γύρω μου, ελπίζοντας να τους προλάβω πριν με λιώσουν ανάμεσα τους.

Αλλά για την ώρα θα κάτσω εκεί. Σε εκείνο, το ίδιο, βαρετό και φανταχτερό Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Ένα παιδί που έχει ήδη πεθάνει. Που κατακρεουργήθηκε από την δική του ατίθαση, ακόρεστη περιέργεια και τις ανελέητες απαιτήσεις των άλλων. Θα κάτσω εκεί. Ακούγοντας ήσυχα, συγκαταβατικά, με ένα ακόμα μπουκάλι φθηνό, λευκό κρασί ως το μοναδικό μου σύντροφο που θα αδειάζει μάταια σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι, προσπαθώντας να με πείσει πως υπάρχει ακόμη ελπίδα να εκπληρωθεί ίσως κι η δική μου Χριστουγεννιάτικη ευχή.

Αυτή που διαρκώς επαναλαμβανόταν. Ξανά και ξανά. Κατανόηση. Κάποιον που να δει πέρα από αυτή – τη τόσο απεχθή – μάσκα στο πρόσωπο μου.

Μα όχι, όχι. Όχι απόψε. Απόψε θα βγει ξανά το ίδιο νεκρό παιδί με τα κενά, παγωμένα μάτια. Σε αυτό το ίδιο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι που μοιάζει να έχει κολλήσει στην ροή του χρόνου, σε μια ανιαρή επανάληψη.

Και μέσα στα πλαστικά χαμόγελα και στα μεθυσμένα λόγια μίσους που θα πεταχτούν κάτω από το τραπέζι –  σύμφωνα με το πανομοιότυπο με κάθε φορά σενάριο – θα βρίσκεται εκεί και αυτό το μικρό, νεκρό παιδί. Όπως πάντα εξάλλου..

xoxo,
FluffyUnicorn

P.S.#1: There’s always more than meets the eye 😉

P.S.#2: I know, όχι το καλύτερο Χριστουγεννιάτικο post που θα μπορούσε να βάλει κανείς αλλά το έχουμε ξαναπεί. Σιχαίνομαι τα Χριστούγεννα.

P.S.#3: Το συγκεκριμένο entry είναι ένα πολύ παλιότερο entry για κάποιο άλλο μου blog που είχα πριν από πολύ καιρό. It has been revisited and remastered of course.

 

Advertisements

Are We Drunk or Just Insane, Babe..?

Δευτέρα βράδυ πια. Ένα Σαββατοκύριακο ακόμα ήρθε και έφυγε. Και αυτό γεμάτο με δόσεις τρέλας, με άφθονες δόσεις αλκοόλ, χορού και parties. Και φυσικά, σε όλο αυτό το κατά τ’άλλα συνηθισμένο μου Σαββατοκύριακο, ο σουρεαλισμός δεν θα μπορούσε να λείψει. Εξάλλου είναι γνωστό πως η φράση “μόνο σε μένα” όταν αναφέρεται για τον εαυτό μου ανάγεται σε άλλο επίπεδο.

Γιατί βέβαια όταν έρχεται όπερα του Verdi, εκσυγχρονισμένη, εγώ, χωρίς να το γνωρίζω, θα βρεθώ εκεί για να την χρησιμοποιήσω ως subject σε ένα review παράστασης κλασσικής μουσικής. Και σαν να μην φτάνει ο εκσυγχρονισμός θα πρέπει στην τρίτη πράξη ο σκηνοθέτης να προσθέσει και χορευτικό – striptease και άντε τώρα να το αναλύσεις αυτό στον καθηγητή όταν εκείνη την ώρα το μόνο που έβλεπες ήταν πόσες ανορθώσεις στήθους είχαν κάνει οι γκόμενες και στο μυαλό σου έψαχνες δικαιολογία για το πως θα βρεθείς backstage γιατί εκείνος ο χορευτής στα αριστερά είναι κούκλος με όλα τα γράμματα κεφαλαία.

Και από την άλλη είπαμε okay, το σύμπαν κάτι προσπαθεί να μας πει. Από το λεωφορείο που και καλά θα βρίσκαμε τον έρωτα της ζωής μας (και ήταν παντελώς άδειο) μέχρι το παρανοϊκό πρεζάκι – άστεγο με το μαχαίρι μέσα στο γεμάτο λεωφορείο και την ατάκα: “Θα σε σκοτώσω, σου το έχω ξαναπεί”. Ναι εντάξει το έπιασα. Πρέπει επειγόντως να φτιάξω το karma μου γιατί με βλέπω σε κανένα χαντάκι. Αλλά συγγνώμη αλλά όταν λέω “Παιδιά ειλικρινά αλλάξτε επάγγελμα γιατί είστε απλά άχρηστοι σε αυτό” στους τύπους που με έκλεψαν την Παρασκευή το βράδυ, δεν είμαι κακός.

Και δεν φταίω γιατί απλά ακόμα κι όταν κάποιος θα θέλει να με κλέψει, θα πρέπει να επικρατήσει μια κατάσταση ανάμεσα στη λογική και στην παράνοια, παντελώς surreal και εξωφρενική. Από το “ρε μην τον βαρέσεις δεν μας φταίει σε τίποτα το παιδί” (μου χρησιμοποίησες και την αριθμητική υπεροχή ως επιχείρημα κιόλας πανάθεμα σε) μέχρι το ότι κάναμε παζάρια για το τι ακριβώς τελικά θα κλέψεις.

Και εμείς εκεί παρόλα αυτά να βγούμε, να περάσουμε καλά, να πιούμε κι άλλο, δεν τρέχει και τίποτα. Εξάλλου είμαι ήδη σκατά, τα έχω ξαναπεράσει αυτά και είναι κι αυτός. “Ρε μ’αρέσει σου λέω και δεν ξέρω τι να κάνω, τι στο διάολο γίνεται ρε γαμώτο..?”. Και ποιος νοιάζεται που το club είναι σχεδόν άδειο..? Η μουσική είναι ωραία, ας πιούμε κι άλλο ρε, στην αγάπη, στους φίλους, σε μας και στον τυπά εκεί πέρα που κάθε φορά που έρχομαι σε αυτό το παλιό-club μου χαμογελάει σαν ηλίθιος. Και το κεφάλι μου γυρίζει, μαζί και εγώ, ήρθε η ώρα να φύγω νομίζω.  Και στον δρόμο πια κι άλλοι γνωστοί, “Κι αν σου έλεγα πως θυμάμαι ποιος είσαι θα σε γελούσα και δεν θέλω”. Και το κεφάλι μου συνεχίζει να γυρίζει κι το πάρκο αυτό μοιάζει τόσο δελεαστικό. Ασυναίσθητα πλησιάζω και βγάζω όλη αυτή τη φθηνιάρικη και απαίσια ρετσίνα από το στομάχι μου, τι θέλω και την πίνω ακόμα δεν ξέρω.

Και ποιος νοιάζεται που ξέρναγα όλη μέρα, που έχω ακόμα hangover. Το Σάββατο είναι Σάββατο, δεν χάνεται έτσι. Και πάλι parties και πάλι αλκοόλ, “δεν με πιάνει με τίποτα ρε συ” σου λέω. “Και μ’αρέσει” ανακοινώνω περίτρανα “αλλά δεν του μιλάω εγώ, σειρά του είναι”. Και μετά το ήρεμο party η δική μου λογική θα μου πει “γιατί να μην πας από Γκάζι με τα παιδιά, τόσο καιρό δεν τους έχεις δει”. Κι ας κοντεύει έξι το πρωί. Έχουν και tequila. Σκέτη και αηδιαστική βέβαια αλλά παίζει και μπύρα. Τι καλύτερο από ένα δυνατό υποβρύχιο..?

Και μετά είστε κι εσείς, οι υπόλοιποι παρανοϊκοί. Ειλικρινά αναρωτιέμαι γιατί ξαφνικά μου μιλάς μετά από τόσα χρόνια..? Έχετε τρελαθεί όλοι σας νομίζω. Μα τελικά θυμάμαι το ξημέρωμα της Κυριακής στο αμάξι σου. Η tequila τελείωσε, οι μπύρες το ίδιο και σε κοιτάω καθώς προσπαθείς να βάλεις το κλειδί στη μηχανή για να γυρίσουμε πίσω.

“Ρε..! Είσαι μεθυσμένος και εγώ είμαι τρελός. Ποιος θα μας γυρίσει σπίτι ρε..?”

xoxo,
FluffyUnicorn

P.S.: In the end you know how the story goes: If life gives you lemons, grab a tequila bitch – let’s just make a party out of it. 😉

Love, Love

Αγάπη και πάλι αγάπη. Wow, πρωτοτύπησες λέει η σκύλα μέσα μου, δικαίως φυσικά. Αν και ειλικρινά δεν νομίζω πως ποτέ θα μπορέσουμε εμείς (?), οι άνθρωποι (??), να εξαντλήσουμε αυτό το θέμα.

Και αν θέλαμε να συνεχίσουμε σε αυτό το μονοπάτι ειλικρίνειας, τότε καλό θα ήταν να παραδεχτούμε κάτι ακόμα. Όλοι είμαστε, ανεξαιρέτως, ίσως με τον δικό μας, διαφορετικό τρόπο, ερωτευμένοι. Όχι, όχι με κάποιον. Όχι, όχι με κάποια. Είμαστε όλοι ερωτευμένοι, τόσο απλά και περίπλοκα,  με την ίδια την αγάπη, με αυτή την ιδέα του δυνατού και ανίκητου έρωτα. Και είμαστε ερωτευμένοι με αυτήν την ιδέα πιο πολύ από όσο ερωτευμένοι θα υπάρξουμε με οποιονδήποτε άλλον/άλλη.

Και σκέφτομαι τα γεγονότα των περασμένων Παρασκευοσάββατων (oh cursed and damned should be those last friday nights), ίσως και τις κουβέντες τις χθεσινές φεύγοντας από την σχολή.

“Στο δεύτερο λεωφορείο, επειδή θα χάσουμε το πρώτο που θα περάσει, θα είναι ο έρωτας της ζωής μας” λέμε κοροϊδευτικά. Μάλλον το σύμπαν κάτι θέλει να μας πει. Το λεωφορείο ήταν άδειο σε όλη την διαδρομή. Αχ και αυτοί οι ηλίθιοι τσακωμοί, γιατί άραγε τσακωθήκατε την Παρασκευή..? Ζήσατε αρκετά το δράμα σας, την προσωπική σας σαπουνόπερα, γιατί εγώ ζω μια χαρά τη δική μου. Οι “μοιραίες”, που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά τυχαίες, συναντήσεις, πάνε και έρχονται και τα ερωτήματα – αιώνια – μένουν εκεί κι αυτά. Με θέλει, δεν με θέλει, τον θέλω, το κάνει επίτηδες, θέλει να τον προσέξω, μια ζωή εμένα κοιτάει, είναι ηλίθιος ή μήπως τελικά είμαι εγώ ο μαλάκας της υπόθεσης..? Μήπως το καημένο το παιδί δεν φταίει σε τίποτα και για όλα φταίω εγώ, εγώ και το ηλίθιο το κεφάλι μου..?

Και κάπως έτσι είναι και απόψε, ξανά έξω, ξανά ποτά, ξανά χοροί, ξανά δράματα. Ίσως να σε δω απόψε, ίσως να μου μιλήσεις απόψε, ίσως τελικά και να με αγαπήσεις απόψε. Ναι εσύ. Και εσύ, κι εσύ, όλοι εσείς απλά να με αγαπήσετε για να σας πετάξω, να σας φτύσω, να σας πατήσω στο τσιμεντένιο πεζοδρόμιο αυτής της γκρι πόλης. Και ίσως μετά να κλάψω ξανά για την αγάπη, γιατί πάντα εξάλλου θα θέλω ό,τι δεν μπορώ να έχω.

“Και δεν το καταλαβαίνεις, μόνο η Ρ.  καταλαβαίνει πως νιώθω, πονάω ρε, τον βλέπω να φεύγει και με πληγώνει που δεν τον έχω”

“Ναι, τον εγωισμό σου” μου απαντάς.

“Ναι και αυτόν.” σου λέω. Ίσως μόνο αυτόν, σκέφτομαι.

Αγάπη, γλυκιά μου αγάπη, το ήξερα εξ’αρχής πως θα διαλύσεις τον δικό μου κόσμο. Δεν είσαι για μένα, δεν είσαι για κανέναν. Καταραμένη. Γιατί στη ζωή δεν είσαι παρά ένα ακόμα παιχνίδι που όμως όλοι πάντα θα χάσουν. Όλοι χάνουν κρατώντας πίσω κουβέντες που αντί να ειπωθούν πετιούνται μεθυσμένες κάτω από ξεχαρβαλωμένες καρέκλες.

Και κάπως έτσι αναρωτιέμαι πως και η αγάπη δεν είναι όπως τα όνειρα μου. Λιτή, απλή, μαγευτική, δίχως χαζά παιχνίδια, χωρίς φοβισμένα λόγια χωμένα στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Αναρωτιέμαι γιατί πια δεν μπορεί να είναι όπως τότε, τι άλλαξε από τότε και δεν γίνεται να είναι τα πράγματα ίδια. Εγώ, θα έλεγε κανείς.

Και όλα πια δείχνουν το ίδιο πράγμα..

Love is such a wild thing. A little bit like wind, a little bit like sea. Filled with fire and never made concrete. In the end, this is how it is. Love is nothing but such a weird thing..

Και ίσως να μην μπορέσω να την καταλάβω ποτέ, αλλά για να είμαι ειλικρινής, ναι. Ναι, είμαι ερωτευμένος με την ιδέα του να σε αγαπούν, να αγαπάς. Ακόμα κι αν είμαι καταδικασμένος να τρέμω στην αγάπη των άλλων για μένα..

So.. would you love me tonight, perhaps..?

xoxo,
FluffyUnicorn

P.S.#1: Το entry και ο τίτλος είναι εμπνευσμένα από το τραγούδι της Amy MacDonald “Love, Love”.

P.S.#2: The picture was found in tumblr, posted in the blog Senza titolo. Word editing done by me.

At the Break of Dawn

Ξέρεις πάει καιρός. Αν και ίσως στη φάση που είμαι, να είμαι γάματα, ίσως να είμαι σκατά, χαμένος στο δικό μου δράμα. Μπορεί η αίσθηση να χάθηκε. And though I’ve minded, it no longer matters. Ναι μου έλειψε ήδη να σηκώνομαι με τον κόσμο στα πόδια μου. Γεμάτος ενέργεια, δυνατός, δυναμικός, έτοιμος να αντιμετωπίσω τα πάντα.

Μου έλειψε να ξυπνάω χαρούμενος, να βλέπω το φως που μπαίνει από την μπαλκονόπορτα γεμάτο ζωντάνια και όχι ως ένα ακόμα πονοκέφαλο. Να ανυπομονώ να ξεκινήσει η καινούργια μέρα και να μην κοιμάμαι γιατί απλά έχω τόσα να κάνω – που θέλω πραγματικά να κάνω – και ο ύπνος απλά μου τρώει τον χρόνο, ξέρεις, είναι ασήμαντος εκείνες τις μέρες, δεν τον έχω καμία ανάγκη.

Μου έλειψε να θέλω.

Μα ξέρεις, παρόλα αυτά, πάει καιρός. Πάει καιρός από τότε που ήμουν καλά τελευταία φορά. Και παραδόξως – με κάποιο τρόπο – είμαι καλά.

It stroked me then, a couple of days ago, at the break of dawn. Ξαφνικά και απλά, το είδα λες και ήταν πάντα εκεί.

Ακόμα και αν όλοι θα έλεγαν πως όλα είναι χειρότερα από ποτέ. Ακόμα κι αν μένω όλο το βράδυ ξύπνιος, ανίκανος να κοιμηθώ, ακόμα κι αν το κάθε βήμα μου μοιάζει μαρτύριο. Ναι, ο πόνος, η θλίψη είναι ακόμα εδώ. Και δεν θα φύγει σύντομα το ξέρω όσο και να προσπαθώ να τα διώξω. Και κάπως έτσι έχω – για μια ακόμη φορά – βρεθεί σε αυτό – το τόσο καταραμένο – σταυροδρόμι, που με στοιχειώνει όλη μου τη ζωή.

Προχωράς ή γυρνάς..? All my life I’ve moved on; always I did, leaving things slip away, leaving nothing but ashes behind – scorched the earth I’ve walked on, my love – though I never really knew the reason why. Και ακόμα δηλαδή δεν νομίζω να ξέρω.

Μα ξέρω πως μπορώ. Ξέρω τι θέλω και τι δεν θέλω. Το ξέρω αρκετά καλά πια για να μπορώ να διαλέγω. Δεν θέλω να δώσω μια μάχη για κάτι που πια δεν αξίζει. Και μπορώ τελικά ακόμα να προχωράω. Το είχα ξεχάσει, σχεδόν, για να είμαι ειλικρινής.

Και ίσως είμαι καλά για αυτόν το λόγο. Γιατί προχωράω ξανά, γιατί κάνω πράγματα πάλι. Διαφορετικά, διασκεδαστικά, μάλλον ασήμαντα, μα τουλάχιστον με τραβάνε, έστω και για λίγο, μακριά από το χάος.

And in the end, please don’t cry for my loss. For through all the tears, the pain, the disasters and even though I’ll be all alone and hollow at the break of dawn; I’ll be fine my love. I will wade my way through and I’ll rise up once more.

Πάει καιρός γλυκό μου..

Από τότε που για τελευταία φορά ούρλιαξα με όλη μου τη ψυχή πως είμαι καλά.

Και περνώντας μέσα από όλα τα αδιέξοδα – που δεν ήταν καθόλου άδικα για να είμαστε όλοι ειλικρινείς – της ζωής μου, μπορώ να ουρλιάζω ξανά.

Και το χαίρομαι ρε μπάσταρδε..!

xoxo,
FluffyUnicorn

P.S.: Η φωτογραφία δεν είναι δική μου αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να θυμηθώ που στο διάολο την βρήκα ώστε να δώσω τα εύσημα εκεί που πρέπει -.-‘

Through the Dreams & Disasters

Το τέλος είναι πάντα δύσκολο, σωστά..?

Λιτό αλλά παράλληλα φανταχτερό έρχεται για να φέρει την καινούργια αρχή όπως έχω ξαναπεί.

Μα τι γίνεται όμως..?

Τι γίνεται όταν όλα όσα ήξερες τελειώνουν ..? Τι κάνεις όταν εκείνο το μαγαζί (το γνωστό σε όλους μας) κλείνει πια τις πόρτες του αφήνοντας σε με μια γλυκόπικρη ανάμνηση και με ένα κενό που απεγνωσμένα θες να καλύψεις λες και η ίδια σου η ύπαρξη ρε γαμώτο εξαρτάται απ’το αν θα τα καταφέρεις..?

Και τι γίνεται όταν τελειώνει αυτό που ποτέ δεν ξεκίνησε όπως εσύ θα ήθελες..? Σαν τότε (πριν από καιρό) που με ρώτησες τι “γίνεται με ‘μας” για να με κάνεις να δω πως τελικά τίποτα δεν είχε τελειώσει μιας και καμία απόφαση δεν είχε παρθεί, αφήνοντας έτσι όλα τα χαρτιά στο παιχνίδι. Μα εγώ λατρεύοντας – ως συνήθως – να πετάω τα πάντα στην άβυσσο του χάους, έριξα τη χαριστική βολή σε ένα ήδη ραγισμένο γυαλί οδηγώντας μας σε ένα τέλος που ούτε επιθυμούσα και ούτε ήθελα να δεχτώ.

Και τι γίνεται τότε που τον βλέπεις ξανά, εκείνον τον φίλο απ’τα παλιά..? Ένα κύμα θλίψης παλεύει να σε πνίξει καθώς αναρωτιέσαι πως τον έχασες, αλλά κυρίως γιατί τον έχασες.

Μα έτσι είναι όμως μικρό μου. Οι άνθρωποι αλλάζουν, τα συναισθήματα χάνονται ή άλλα στη θέση τους δημιουργούνται.

Και οι συνήθειες πια διαφορετικές, οι προσωπικότητες τώρα ασύμβατες. Και παλεύουμε, ναι παλεύουμε ακόμα (γιατί η ελπίδα πεθαίνει – οh πόσο λάθος και αυτό – πάντα τελευταία), γυρνάμε πίσω, προχωράμε μπροστά, ξαναχανόμαστε.

Μιας και στον δαίδαλο αυτόν, που έχουμε ονομάσει ανθρώπινες σχέσεις, δεν μπορούμε παρά να χαθούμε. Σε μονοπάτια ανθρώπων ξένων ή γνωστών, που θέλουμε έστω και για λίγο να καταλάβουμε, να φτάσουμε, να αγγίξουμε. Υπάρχουν οι ρόλοι, υπάρχει το σκηνικό, ο «από μηχανής θεός», μα δεν υπάρχει το σενάριο.

Και κάπως έτσι θα πληγωθούμε. Και θα πληγώσουμε. Θα γελάσουμε και θα κλάψουμε. Θα πούμε ψέματα και θα μας πουν. Θα απογοητεύσουμε και θα απογοητευτούμε.

Και θα φταίμε.

Και θα φταίνε.

Και κάποτε όλα θα αλλάξουν, τα πάντα θα τελειώσουν. Ίσως να ήταν πια καλό να το μάθουμε ρε γαμώτο – να το δεχτούμε. Ό,τι αξίζει ούτε πονά, ούτε μας είναι δύσκολο. Όταν πια γίνει έτσι τότε μάλλον το τέλος πλησίασε. Και όλα θα τελειώσουν – εξάλλου το τέλος δεν είναι παρά η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, η ολοκλήρωση τους. «Μα πότε θα το πάρεις απόφαση επιτέλους..?» ουρλιάζουν οι φωνές στο μυαλό μου.

Αποφάσεις. Το τέλος δεν είναι παρά μια απόφαση. Πότε θα έρθει δεν το διαλέγεις πάντα, αλλά το να το δεχτείς είναι απλά μια απόφαση. Μα πότε άραγε είναι η σωστή ώρα να πάρεις την απόφαση..? Και ποια θα έπρεπε να ήταν αυτή..?

Αποφάσεις. Με αυτές διέλυσα τη νιότη μου, πετώντας με σε ένα κόσμο ψυχρό, άγριο, αχάριστο. Διέλυσα εμένα, εσένα – κάθε εσένα – παίζοντας παιχνίδια καταστροφικά, κάνοντας ριψοκίνδυνες κινήσεις σε ταμπλό γεμάτα παγίδες, κρύβοντας αμέτρητες περσόνες τις οποίες κατέστρεψα και αυτές στην πορεία (μαζί με όλα τ’άλλα) με την ελπίδα του να σώσω εμένα.

Θυμάσαι άραγε..? Θυμάσαι τις νύχτες, τις αστραφτερές, που ούρλιαζαν πως η ζωή είναι ωραία..? Τότε που τα αστέρια έλαμπαν ακόμα στον ουρανό σε μια ατμόσφαιρα ηλεκτρική, μεθυστική, εθιστική. Θυμάσαι τα παιχνίδια εκεί που έσκαγε το κύμα ενώ ο ήλιος έκαιγε στον ουρανό..? Τις σακούλες που γεμίζαμε αηδίες που ποτέ δεν χρειαζόμασταν..? Θυμάσαι πως σου φώναζα να μην τρέχεις τόσο γρήγορα γιατί θα σε χάσω..? Πως ούρλιαζα πως τα πόδια μου δεν αντέχουν άλλο, πως δεν την παλεύω πλέον..? Θυμάσαι πως δεν το σεβάστηκα ποτέ..? Θυμάσαι τις κραυγές, τα γέλια, τις τρέλες, τα δάκρυα..?

Θυμάσαι τις νύχτες, τις αστραφτερές, που ουρλιάζαμε πως θα τους βάλουμε φωτιά, θα τις τυλίξουμε στις φλόγες της ζωντάνιας μας..? Τότε, που με ένα ποτό και ένα τσιγάρο στο χέρι λέγαμε πως γεννηθήκαμε για να ζήσουμε γρήγορα, να πεθάνουμε νέοι και να αφήσουμε ένα όμορφο πτώμα πίσω μας, αφήνοντας και το φέρετρο ανοιχτό,  έτσι ώστε όλοι να μας δουν μια τελευταία φορά – in all our glory – πριν χαθούμε βαθιά μέσα στο χώμα. For the night was young and we dwelled in it, wishing never to grow old. Θυμάσαι..? Πως ουρλιάζαμε, high on our drinks, our drugs, our craze, our fame – on our fucked-up love and hate..?

We were on fire, baby, we were on fire, weren’t we..?

Και λένε πως οι καλύτερες των παραστάσεων συνεχίζονται και αφού κλείσει η αυλαία..

Και αναρωτιέμαι.. Όταν θα πέσει πια και η δική μου αυλαία, θα συνεχιστεί τελικά η δική μου παράσταση..?

Μα, κάπως έτσι, το τελευταίο μου ποτό θα το πιω σε εμάς – σε όσα δεν είπαμε, σε όσα δεν νιώσαμε, σε όσα νιώσαμε μα τρομαγμένοι δεν πράξαμε, σε όσα εξαντλημένοι χυδαία δεν γιορτάσαμε..
Κάπου εκεί μικρό μου, στο κλείσιμο στης αυλαίας..

Και μάλλον και σε όλα αυτά που ποτέ μου δεν κατάφερα να κρατήσω όπως ίσως να ‘θελα..

xoxo,
FluffyUnicorn

P.S.: Το να αναφερθώ σε όλες τις επιρροές του entry ανά κομμάτι ίσως να μου έπαιρνε όσο το ίδιο το entry. Σε γενικές γραμμές, οι κυριότερες επιρροές είναι από Lana Del Rey και κυρίως από τα κομμάτια της “National Anthem”, “Driving in Cars with Boys”, “Body Electric” και “This is What Makes Us Girls”. Ο τίτλος είναι κομμάτι στοίχου από το τραγούδι του Owl City, “Dreams & Disasters”, ενώ το κλείσιμο είναι επηρεασμένο από Jean-Paul Sartre. Την εικόνα δυστυχώς δεν θυμάμαι που την βρήκα.

P.S. #2: Έχει δουλευτεί καιρό, ξεκίνησε να γράφετε κάπου στα τέλη Σεπτέμβρη και ολοκληρώθηκε μέσα στον Οκτώβρη αν και δεν βρήκα τον χρόνο να το βάλω εγκαίρως. Προφανώς.

Η Απολογία του Καλοκαιριού

“Το καλοκαίρι τελείωσε, έτσι δεν είναι..?” αναρωτιέμαι σιωπηλά, με μάτια που νιώθω να καίνε, καθώς το καράβι απομακρύνεται απ’το λιμάνι της Πάρου με μένα μέσα.

Μοιάζει σχεδόν αστείο, αλλά για κάποιον λόγο πάντα είχα δύο εποχές και όχι τέσσερις. Χειμώνας, καλοκαίρι. Τα τελευταία χρόνια το καλοκαίρι για μένα ξεκινά καθώς φεύγω από την Αθήνα και τελειώνει όταν επιστρέφω. Οπότε ναι, αν και κάπως νωρίς, το καλοκαίρι τελείωσε. Και κάπως έτσι, ήρθε κι η ώρα μου να κάνω τον κλασσικό, μελοδραματικό και clisse πια απολογισμό μου. Ας εξηγήσω όμως πρώτα τον τίτλο του entry, ο οποίος είναι επιτηδευμένα λάθος.

Το entry αυτό κανονικά ονομάζεται, “Η Απολογία του Καλοκαιριού που δεν Πέρασε”.

Γιατί δεν πέρασε, αρνούμαι να το δεχτώ. Μπορεί να ξεκίνησε και να τελείωσε, αλλά όχι δεν πέρασε. Δεν θέλω να πιστέψω πως πέρασε.

Γιατί αν το δεχτώ, τότε θα πρέπει να δεχτώ και τόσα άλλα και δεν θέλω. Όπως τους ανθρώπους που ήρθαν και δεν είδα ή δεν είδα όσο θα ‘θελα. Τα ξέφρενα parties που λόγω κούρασης έχασα, τις στιγμές που δεν έζησα. Και όχι μόνο.

Δεν θέλω να δεχτώ πως πέρασε γιατί θα πρέπει να παραδεχτώ – και πόσο το φοβάμαι αυτό – πως όλα αυτά τελείωσαν.

Οι άνθρωποι που συνάντησα και λάτρεψα. Οι αμέτρητες ώρες που θα λέγαμε μαλακίες και θα γελάγαμε, τα ποτά, τα ξενύχτια, ο δρόμος της επιστροφής για το σπίτι. Οι άνθρωποι, ειδικά αυτοί, που μου στάθηκαν με τον δικό τους τρόπο – ίσως χωρίς καν να το καταλάβουν – αναπάντεχα, που με υποστήριξαν παρά το πόσο αντίθετος είμαι στα δικά τους πιστεύω. Οι σχέσεις, ή καλύτερα εκείνη η συγκεκριμένη, η σχέση-τυφώνας.

Με πονάει γαμώτο, το ξέρεις..? Είναι λες και μου ξεριζώνεις την καρδιά, αργά και βασανιστικά.

Δεν αντέχω να φεύγω, να αφήνω πράγματα πίσω μου, καλά ή κακά. Είμαι υπερβολικός, θα επιστρέψω, το ξέρω, μα αυτό δεν σταματά τα δάκρυα στα μάτια. Δεν σταματά το ντελίριο στο μυαλό μου, το πονοκεφαλιαστικό μου παραλήρημα.

Όχι. Δεν άξιζε αυτό το καλοκαίρι. Παρά όλες του τις καλές στιγμές, παρά το ότι ήταν καλύτερο από κάθε άλλο. Δεν άξιζε. Γιατί ήταν και 15 ώρες δουλειά την ημέρα non-stop, γιατί ένιωθα σαν ένα ερείπιο σε ένα μέρος δίχως τη παλιά του αίγλη που έμοιαζε λες και κάποιος το έφτυσε με όλα τα παρατράγουδα του φετινού καλοκαιριού.

Αναρωτιέμαι όμως, σε πείραξε που έφυγες, που έφυγα. Αν όχι όσο εμένα, έστω και λίγο..? Θυμάσαι ακόμα άραγε τα όσα κάναμε, τα γέλια, τις μαλακίες που λέγαμε, τα cocktails που βαριόσουν να μου φτιάξεις, τα shitty-mojitos, τους χορούς πάνω στις μπάρες, τα κρασιά στις παραλίες και στις κούνιες, τα βράδια που κοιμηθήκαμε αγκαλιά, τα πρωινά που θα έφευγα από το παράθυρο..? Τα ξέχασες απλά το επόμενο πρωί..? Σήμαιναν κάτι για σένα όλα αυτά..?

Δεν αντέχω, δεν αντέχω. Την γεύση του τελευταίου, που δείχνει τόσο πικρή. Η γεύση του τελευταίου ποτού, που σε παρακαλώ κάνε το ελαφρύ γιατί αν πιω κι άλλο δεν θα σταματήσω να κλαίω. Τη γεύση εκείνης της σαμπάνιας που μόνο στην προσφορά σου να την ανοίξεις για μένα κόντεψα να πλαντάξω στο κλάμα και η τελευταία διαδρομή πίσω, δωρεάν, έτσι για τον “καλό χειμώνα”.

Κινήσεις μικρές κι ασήμαντες. Μα τελικά πιο σημαντικές από κάθε άλλη. Και κάπως έτσι βρέθηκα μπροστά στην πισίνα να καπνίζω ένα ακόμα τσιγάρο και να χαζεύω τη θέα της Παροικιάς που απλωνόταν μπροστά μου. Και κάπως έτσι, στέκομαι μπροστά από την πισίνα. Ένα βήμα μπροστά και νιώθω το νερό της να με τυλίγει.

Λες και παίρνει από πάνω μου όλα αυτά, σαν μια δική μου κάθαρση. Και βγαίνοντας, με μουσκεμένα ρούχα, σέρνομαι πίσω στο δωμάτιο μου, αργά αλλά σταθερά.

Γιατί, in the end, το καλοκαίρι μπορεί να τελείωσε αλλά ο Χειμώνας έρχεται..

😉

xoxo,
FluffyUnicorn

I’D Change the World Just To Make You See How Beautiful You Are

Σάββατο απόγευμα ήταν νομίζω. Τότε που γκρίνιαξες πως δεν σου πάει τίποτα, πως νιώθεις ένα αδιάφορο και άσχημο πλάσμα.

Κάποιες φορές δεν μπορώ να μην νοιώθω άσχημα. You know, αυτός ο κόμπος που σου δένει το στομάχι, αυτή η πικρίλα στη γλώσσα που θυμίζει εμετό. Άγχος, ήταν η πρώτη σκέψη. Μπα, μάλλον όχι, λέω στον εαυτό μου, Απογοήτευση.

Γιατί απλά δεν μπορώ. Οι επιλογές μου αποδεικνύονται όλες τόσο λάθος αφού με εμποδίζουν πια διαρκώς. Θα ‘θελα, θέλω βασικά, πάντα θα θέλω, να σε βλέπω να χαμογελάς, να χαίρεσαι. Να είσαι καλά με τον εαυτό σου όπως θα έπρεπε, να μπορέσεις επιτέλους να δεις πως και εσύ έχεις το δικό σου ζευγάρι φτερών σαν τις πεταλούδες.

Και κουράστηκα. Βαρέθηκα πια να βλέπω την γκόμενα με τα μεγάλα βυζιά και τον μεγάλο κώλο, το κολλητό κοντό φόρεμα και τις δεκάποντες γόβες να περνά και 20 γκόμενους γύρω της να τους τρέχουν τα σάλια λες και η Αφροδίτη, η θεά του έρωτα, κατέβηκε να περπατήσει με τους κοινούς θνητούς.

Όμορφη ήταν η Marilyn Monroe. Γλυκιά, εκθαμβωτική, μοιραία λες και στο άγγιγμα σου θα έσπαγε. Όμορφη είναι η Lana Del Rey. Μοιραία και αυτή, μελαγχολική και με ένα βλέμμα, μια στάση και μια κίνηση που μοιάζει απροσπέλαστη. Όμορφη είναι η Nicki Minaj. Χυμώδης, ιδιαίτερη, υπερβολική, εκκεντρική και χυδαία χωρίς όμως να δείχνει όντως σαν μια πουτάνα που βγήκε στα φανάρια. Όμορφη είναι η Kate Moss. Γεμάτη ατέλειες και ψεγάδια μα ταυτόχρονα αισθησισκή και με μια θεϊκή στάση. Γιατί ακριβώς ξέρει πως να σταθεί στον χώρο, να μιλήσει, να σε κοιτάξει στα μάτια.

Όμορφη είσαι εσύ. Γιατί δεν είσαι μια ακόμη. Γιατί είσαι ιδιαίτερη, ξεχωριστή, ατίθαση, χωρίς συμβιβασμούς. Γιατί έχεις καρδιά και μυαλό. Γιατί δεν είσαι ακόμη μια βιτρίνα που στο πρώτο άγγιγμα θα χαζογελάσει και θα γίνει θρύψαλα. Και δεν έχεις ανάγκη από κοντά φορέματα και ψηλά παπούτσια για να δείξεις εκθαμβωτική. Χρειάζεσαι μόνο πίστη, αυτή στον εαυτό σου και θα έφερνες τον κόσμο στα γόνατα σου.

Και αν θα μπορούσα τον κόσμο να άλλαζα, δεν θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα. Θα την άφηνα έτσι, μουντή και βρώμικη, να θυμίζει όλα μας τα λάθη. Κι αν ποτέ μου θέλησα να αλλάξω τον κόσμο, όταν βρίσκομαι δίπλα σου, η ευχή αυτή δεν υπάρχει πια. Γιατί όταν είμαι μαζί σου, απλά θα ήθελα να είχα ήδη αλλάξει τον κόσμο. Έτσι ώστε να μπορούσες να δεις την ομορφιά σου, να νιώσεις όπως θα έπρεπε να νιώθεις και όχι όπως ο κόσμος σε κάνει να νιώθεις.

Και αυτή είναι η υποσχεσή μου. Πως ακόμα και αν χρειαστεί και η πιο μικρή σπιθαμή του είναι μου, του εγώ μου, θα αλλάξω τον κόσμο μοναχά για χάρη σου.

Γιατί τελικά, αγαπάω σημαίνει σπάω. Σπάω, κάθε φορά που το χαμόγελο σβήνει από τα χείλη σου..

xoxo,
FluffyUnicorn

P.S.: Το έγραψα για αρκετά άτομα, μα αφιερωμένο σε αυτό που μισώ περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο. 😉