Archive | 12 Δεκέμβριος 2012 RSS for this section

Η Ιστορία ενός Νεκρού Παιδιού..

Δευτέρα βράδυ, 20:38.

Κάθομαι μόνος μου στο δωμάτιο μου. Τα φώτα σβηστά, στο χώρο επικρατεί στο σκοτάδι. Μόνο το φως του καινούργιου μου laptop που υπάρχει στο δωμάτιο να φωτίζει το κουρασμένο μου πρόσωπο. Δεν έχω κοιταχτεί στο καθρέφτη αλλά είμαι σίγουρος πως η όψη μου θα τρόμαζε όποιον την έβλεπε. Μια φωνή ακούγεται δυνατά έξω από τους τοίχους του δωματίου μου. Την αγνοώ. Δεν ξανακούγεται.

Μοιάζει τόσο περίεργο, σκέφτομαι. Πάλι εδώ, στο ίδιο μουντό, αδιάφορο, μισητό μέρος. Και γιατί άραγε..? Γιατί κατέληξα πίσω, εδώ, σε αυτό το άχρωμο – ανέγγιχτο δωμάτιο..? Πίσω σε αυτήν την αίσθηση των τοίχων που κλείνουν βασανιστικά προς το μέρος μου, απειλώντας να με συνθλίψουν. Σε αυτή την αίσθηση πως κάποιος, κάτι – οτιδήποτε – παλεύει να με πνίξει ενώ εγώ συνεχίζω να παλεύω για μια ακόμη ανάσα, μια ακόμη απεγνωσμένη μάχη σε ένα ατελείωτο και ανελέητο πόλεμο.

Στο ίδιο ακριβώς δωμάτιο που πάντα ένιωθα νεκρός. Ποτέ μου δεν έζησα εδώ μέσα, αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Εδώ μέσα ξέσπασα, πόνεσα, έχυσα τα δάκρυα μου και έδωσα ξανά στον εαυτό μου δύναμη. Ξέρεις, για να ετοιμαστώ ξανά, να βγω ξανά, για το επόμενο party, το επόμενο ποτό, τον επόμενο χορό, το επόμενο άσκοπο πήδημα. Ένα μέρος που απλά θα γιάτρευα τις πληγές, τις “ρωγμές” της αστραφτερής εικόνας του προσωπείου μου. Και σε αυτό το μέρος παγιδεύτηκα. Κάπου εδώ μέσα, το ξέρω καλά, είναι πεταμένο αυτό που κάποτε κρυβόταν πίσω από το προσωπείο. Δεν το θυμάμαι καλά πια. Δεν έχει καν σημασία πια. Με τρομάζει που ξεχνώ την εικόνα του όμως.

Καθισμένος στην καρέκλα μου, γράφω. Θα έπρεπε να ετοιμαστώ ξανά, να βάλω ξανά αυτή τη τόσο μισητή μάσκα στο πρόσωπο μου και να ετοιμαστώ για τον ίδιο σιχαμερό ρόλο. Μα τα μαλλιά μου ακόμα βρεγμένα στάζουν στο παρόμοια μουσκεμένο μου σώμα και εγώ δεν αντέχω. Θέλω απλά να ενδώσω στη μιζέρια μου, να μείνω εδώ, όπως είμαι, μέχρι να ξεχαστώ.

Η φωνή ξανακούγεται, πιο δυνατά αυτή τη φορά, πιο νευριασμένη. Στον ήχο της εντοπίζω ένα ίχνος απογοήτευσης. Με τρυπά στο άκουσμα του, ανοίγοντας ξανά πληγές που ήλπιζα πως είχα κλείσει. Μα όχι. Αφού εξάλλου είμαι πάλι εδώ.

Καταραμένα, καταραμένα, καταραμένα. Καταραμένα Χριστούγεννα, με τους ηλίθιους στολισμούς, τα ψεύτικα χαμόγελα, τα οικογενειακά τραπέζια. Και για ακόμη μια φορά θα είναι το ίδιο τραπέζι. Ένα οικογενειακό τραπέζι με ένα νεκρό παιδί. Γιατί αυτό είμαι. Γιατί ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνουν, εγώ έχω ήδη πεθάνει. Με σκότωσαν αυτοί, οι ίδιοι που ισχυρίστηκαν πως με αγαπούσαν όσο τίποτα άλλο.

Μα θα είμαι εκεί. Τέλειος, λαμπερός εξωτερικά όπως πάντα. Μα θρύψαλα θα κρύβονται από κάτω όπως κάθε άλλη φορά. Και αυτοί θα είναι εκεί. Θα είναι εκεί, παίζοντας τους ίδιους ρόλους όπως συνήθως. Όλα καλά, ρόδινα, σε απόλυτη αρμονία και λειτουργία. Στηρίζοντας μια ψευδαίσθηση που από τις τόσες φορές που ειπώθηκε και τυλίχτηκε σαν πέπλο γύρω από την πραγματικότητα, μπλέχτηκε με αυτήν, θολώνοντας και σβήνοντας για πάντα  τα όρια που τις διαχώριζαν.

Και ξέρω καλά, η απογοήτευση θα είναι εκεί όπως κάθε άλλοτε. Στα βλέμματα, στα λόγια, στις κινήσεις. Όλα τα γιατί, τα πως, τα “θα μπορούσες καλύτερα”, τα “εσύ είσαι για πιο ψηλά από αυτό”. Και τα όνειρα μου..? Αυτά που τόλμησα να κάνω εγώ, για μένα τον ίδιο..? Μα είναι ασήμαντα βέβαια. Πάντα ήταν. Πως γίνεται να κάνω όνειρα, δεν ξέρω, δεν έχω δει τη ζωή ακόμα.

“Μα την έχω δει” θέλω να ουρλιάξω, “Την έχω δει, την έχω ζήσει, ίσως πιο πολύ από εσάς, την έχω δει να σβήνει ακόμα, να καίγεται στα μάτια μου μπροστά”.

Μα δεν θα το κάνω ούτε τώρα. Απλά θα χαμογελάσω ξανά. Θα παίξω τον ρόλο που έγραψαν, καρφώνοντας ένα μαχαίρι ακόμα στον εαυτό μου. Θα χαμογελάσω κυνικά, ειρωνικά, μέσα μου παρακαλώντας κρυφά για τη στιγμή που αυτό το προσωπείο δεν θα το έχω πια ανάγκη. Τότε που θα έχω σπάσει τους τοίχους γύρω μου, ελπίζοντας να τους προλάβω πριν με λιώσουν ανάμεσα τους.

Αλλά για την ώρα θα κάτσω εκεί. Σε εκείνο, το ίδιο, βαρετό και φανταχτερό Χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Ένα παιδί που έχει ήδη πεθάνει. Που κατακρεουργήθηκε από την δική του ατίθαση, ακόρεστη περιέργεια και τις ανελέητες απαιτήσεις των άλλων. Θα κάτσω εκεί. Ακούγοντας ήσυχα, συγκαταβατικά, με ένα ακόμα μπουκάλι φθηνό, λευκό κρασί ως το μοναδικό μου σύντροφο που θα αδειάζει μάταια σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι, προσπαθώντας να με πείσει πως υπάρχει ακόμη ελπίδα να εκπληρωθεί ίσως κι η δική μου Χριστουγεννιάτικη ευχή.

Αυτή που διαρκώς επαναλαμβανόταν. Ξανά και ξανά. Κατανόηση. Κάποιον που να δει πέρα από αυτή – τη τόσο απεχθή – μάσκα στο πρόσωπο μου.

Μα όχι, όχι. Όχι απόψε. Απόψε θα βγει ξανά το ίδιο νεκρό παιδί με τα κενά, παγωμένα μάτια. Σε αυτό το ίδιο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι που μοιάζει να έχει κολλήσει στην ροή του χρόνου, σε μια ανιαρή επανάληψη.

Και μέσα στα πλαστικά χαμόγελα και στα μεθυσμένα λόγια μίσους που θα πεταχτούν κάτω από το τραπέζι –  σύμφωνα με το πανομοιότυπο με κάθε φορά σενάριο – θα βρίσκεται εκεί και αυτό το μικρό, νεκρό παιδί. Όπως πάντα εξάλλου..

xoxo,
FluffyUnicorn

P.S.#1: There’s always more than meets the eye 😉

P.S.#2: I know, όχι το καλύτερο Χριστουγεννιάτικο post που θα μπορούσε να βάλει κανείς αλλά το έχουμε ξαναπεί. Σιχαίνομαι τα Χριστούγεννα.

P.S.#3: Το συγκεκριμένο entry είναι ένα πολύ παλιότερο entry για κάποιο άλλο μου blog που είχα πριν από πολύ καιρό. It has been revisited and remastered of course.